συνανέλκω


συνανέλκω
και συνανελκύω Α
έλκω προς τα πάνω, ανασύρω επίσης.
[ΕΤΥΜΟΛ. < συν-* + ἀνέλκω «έλκω προς τα πάνω, ανασύρω»].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • έλκω — και ελκύω (AM ἕλκω και ἑλκύω) 1. σέρνω, τραβώ κάποιον ή κάτι προς το μέρος μου 2. προσελκύω, σαγηνεύω 3. (για πλοίο) καθελκύω, τραβώ από την ξηρά στη θάλασσα 4. (για πλοίο) ρυμουλκώ 5. (για άροτρο, άμαξα, μηχανή) κινούμαι προς τα εμπρός,… …   Dictionary of Greek

  • συνανελκύω — Α βλ. συνανέλκω …   Dictionary of Greek